Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Αύξηση της ανεργίας δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ.


Στο 24,9% αυξήθηκε η ανεργία το α' τρίμηνο του έτους, από 24,4% στο δ' τρίμηνο του 2015, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) την Πέμπτη.
Από την τριμηνιαία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, προκύπτουν τα εξής:

Ο αριθµός των ανέργων αυξήθηκε κατά 1,7% σε σχέση με το προηγούµενο τρίµηνο και μειώθηκε κατά 6,1% σε σχέση με το α΄ τρίµηνο του 2015.

Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (29,5% το α' τρίμηνο 2016 από 30,6% το α' τρίμηνο 2015) είναι σηµαντικά υψηλότερο από των ανδρών (21,2% από 23,5%).

Ηλικιακά, το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στις ομάδες 15- 24 ετών (50,9% το α' τρίμηνο 2016 από 51,9% το α' τρίμηνο 2015) και 25- 29 ετών (35,9% από 39,7%).

Ακολουθούν οι ηλικίες 30- 44 ετών (23,4% από 25,7%), 45- 64 ετών (αμετάβλητο στο 20,4%) και 65 ετών και άνω (12,3% από 9,3%).

Σε επίπεδο περιφερειών, στις τρεις πρώτες θέσεις βρίσκονται η Δυτική Μακεδονία (33,3% το α' τρίμηνο 2016 από 29% το α΄ τρίμηνο 2015), η Δυτική Ελλάδα (30% από 29%) και η Κρήτη (28,3% από 27,2%).

Ακολουθούν, η Θεσσαλία (27,8% από 26,8%), η Στερεά Ελλάδα (27,7% από 26,4%), η Ήπειρος (25,7% από 25,5%), η Κεντρική Μακεδονία (25,4% από 27,4%), η Ανατολική Μακεδονία- Θράκη (23,9% από 24,8%), η Αττική (23,4% από 26,7%), το Νότιο Αιγαίο (21,2% από 25,4%), η Πελοπόννησος (20,6% από 23,9%), οι Ιόνιοι Νήσοι (19,6% από 28,9%) και το Βόρειο Αιγαίο (18,5% από 20,2%).

Η κατανοµή της ανεργίας, λαµβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης, έχει ως εξής: το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους έχουν τελειώσει μερικές τάξεις δηµοτικού (46,2%). Τα χαµηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών (11,3%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης (18,4%).

Από το σύνολο των ανέργων που αναζητούν μισθωτή απασχόληση, το 12% αναζητεί αποκλειστικά πλήρη απασχόληση, ενώ το 83,3% αναζητεί πλήρη αλλά, στην ανάγκη, είναι διατεθειµένο να εργαστεί και με μερική απασχόληση. Τέλος, το 4,7% είτε αναζητεί µερική απασχόληση είτε δεν ενδιαφέρεται εάν θα βρει μερική ή πλήρη απασχόληση.

Ένα ποσοστό ανέργων (6,4%) απέρριψε κάποια πρόταση ανάληψης εργασίας για διάφορους λόγους, κυρίως επειδή: δεν εξυπηρετούσε ο τόπος εργασίας (30,3%), δεν εξυπηρετούσε το ωράριο εργασίας (22,7%), δεν ήταν ικανοποιητικές οι αποδοχές (15,8%).

Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν ανέρχεται στο 21,1% του συνόλου των ανέργων ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι (αυτοί που αναζητούν εργασία από 12 μήνες και άνω, ανεξάρτητα από το εάν έχουν εργαστεί στο παρελθόν), αποτελούν αντίστοιχα το 70,3%.

Το ποσοστό ανεργίας των ατόµων µε ξένη ιθαγένεια είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων υπηκόων (34,1% έναντι 24,2%). Επίσης, το 72,2% των ξένων υπηκόων είναι οικονοµικά ενεργό, ποσοστό σηµαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων, το οποίο είναι 51%.

Σε επίπεδο απασχόλησης, το α' τρίμηνο εφέτος ο αριθµός των απασχολούµενων ανήλθε σε 3.606.344 άτοµα και η απασχόληση μειώθηκε κατά 1% σε σχέση µε το προηγούµενο τρίµηνο και αυξήθηκε κατά 2,9% σε σχέση με το α' τρίµηνο του 2015.

Το α' τρίµηνο φέτος βρήκαν απασχόληση 139.609 άτοµα, τα οποία δήλωσαν ότι ήταν άνεργα πριν από ένα έτος.

Παράλληλα, το ίδιο χρονικό διάστηµα, 41.847 άτοµα μετακινήθηκαν από τον οικονοµικά µη ενεργό πληθυσµό σε θέσεις απασχόλησης. Αντίθετα, 122.574 άτοµα, τα οποία ένα χρόνο πριν ήταν απασχολούµενα, σήµερα είναι άνεργα και άλλα 53.430 άτοµα που ήταν απασχολούµενα είναι πλέον οικονοµικά μη ενεργά.

Επιπλέον, 107.454 άτοµα, που πριν ένα έτος ανήκαν στον οικονοµικά μη ενεργό πληθυσµό, εισήλθαν στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση αλλά είναι άνεργα.

Ανά τοµέα της οικονοµίας, παρατηρείται ότι στον πρωτογενή τοµέα υπάρχει μείωση 6,5% στον αριθµό των απασχολούµενων, στον δευτερογενή τοµέα παρατηρείται αύξηση 3,9% και στον τριτογενή αύξηση 4,5%.

Το ποσοστό της μερικής απασχόλησης ανέρχεται στο 9,8% του συνόλου των απασχολουµένων. Από το υποσύνολο αυτό των εργαζοµένων, το 69,1% έκανε αυτή την επιλογή διότι δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση, το 7,6% για άλλους προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, το 4,2% διότι εκπαιδεύεται, το 2,5% διότι φροντίζει μικρά παιδιά ή εξαρτώµενους ενήλικες και το 16,6% για διάφορους άλλους λόγους.

Το ποσοστό των μισθωτών, το οποίο εκτιµάται σε 65,8%, εξακολουθεί να είναι το χαµηλότερο σε όλη την ΕΕ, στην οποία ανέρχεται στο 83,9 του συνόλου των απασχολουµένων (εκτίμηση 2015).

Πηγή